κορκός

κορκός
ο см. κρόκος 1

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "κορκός" в других словарях:

  • κορκός — ο βλ. κρόκος …   Dictionary of Greek

  • κορκός — ο το κίτρινο του αβγού, ο κρόκος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρόκος — (Βοτ.). Βολβόρριζη πόα της οικογένειας των ιριδιδών (μονοκοτυλήδονα), η επιστημονική ονομασία της οποίας είναι Crocus sativus. Έχει κονδυλώδη βολβό, από τον οποίο εκφύονται 6 10 στενά, επιμήκη, πράσινα φύλλα, συγχρόνως με τα άνθη. Τα άνθη, 1 2… …   Dictionary of Greek

  • κορκοστάφυλο — το δημώδης ονομασία μιας ποικιλίας σταφυλιού στη Σπάρτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < κορκός + στάφυλο (< σταφύλι), πρβλ. κρασο στάφυλο, φραγκο στάφυλο] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»